ἀμφορεύς

ἀμφορεύς
Grammatical information: m.
Meaning: `jar with two handles', also as measure (Ar., Hdt.)
Other forms: ἀμφιφορεύς (Il.)
Dialectal forms: Myc. apiporewe KN \/amphiphorēwes\/, aporewe du. \/amphorēwe\/
Derivatives: Unclear ἀμφορείῳ φορτίῳ H.
Origin: GR [a formation built with Greek elements]
Etymology: From ἀμφι-φορεύς, i.e. `born on two sides', but with -ευς of the nom. instr. - Loan Lat. amphora, dim. ampulla.
Page in Frisk: 1,99-100

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμφορεύς — ἀμφορεύς ( έως), ο (Α) βλ. αμφορέας …   Dictionary of Greek

  • ἀμφορεύς — jar masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφορεῖς — ἀμφορεύς jar masc acc pl ἀμφορεύς jar masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφορῆ — ἀμφορεύς jar masc nom/voc/acc dual ἀμφορεύς jar masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφορῆς — ἀμφορεύς jar masc nom pl ἀμφορεύς jar masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφορέων — ἀμφορεύς jar masc gen pl ἀμφορέω̆ν , ἀμφορεύς jar masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφορεῖ — ἀμφορεύς jar masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφορεῦ — ἀμφορεύς jar masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφορεῦσι — ἀμφορεύς jar masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφορεῦσιν — ἀμφορεύς jar masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμφορῆας — ἀμφορεύς jar masc acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.